Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Πιο κοντά σε ρήξη και εκλογές μετά το «μπουρλότο» ΔΝΤ

 Πιο κοντά σε ρήξη και εκλογές μετά το «μπουρλότο» ΔΝΤ

Του Βασίλη Γεώργα

Το μανιφέστο του Poul Thomsen «τελείωσε» χθες βράδυ κάθε σκέψη συμβιβασμού της ελληνικής κυβέρνησης με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και πιθανόν με τους Ευρωπαίους πιστωτές.

Αυτή τη στιγμή, και παρά την επιστροφή της τρόικας στην Αθήνα, η δεύτερη αξιολόγηση δείχνει να έχει τιναχτεί στον αέρα. Στη θέση της ξεπροβάλει καθαρά ένα 4ο μνημόνιο δια χειρός ΔΝΤ που προβλέπει την νομοθέτηση προκαταβολικών μέτρων για: α) περικοπές στις τρέχουσες συντάξεις, β) μεγάλη μείωση στο αφορολόγητο όριο μισθωτών και συνταξιούχων, γ) ανακατανομή δαπανών στο Δημόσιο δ) αύξηση του ορίου των απολύσεων με αντάλλαγμα μεγαλύτερα επιδόματα ανεργίας, και ε) μεγαλύτερη μείωση δημόσιου χρέους.

Η μόνη περίπτωση για να μην φτάσουμε τώρα σε όλα αυτά και να προχωρήσει η δεύτερη αξιολόγηση σαν να μην συμβαίνει τίποτα, είναι να κάνει πίσω το Βερολίνο στις θέσεις του για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5%  και να συμφωνήσει σε σημαντική μείωση του χρέους το 2018, ή να βρεθούμε  μπροστά στην μεγάλη ανατροπή ολοσχερούς «απομόνωσης» του ΔΝΤ από τις διαπραγματεύσεις με την ευρύτερη συναίνεση της ευρωζώνης.

Και το ένα και το άλλο θεωρούνται πολύ δύσκολα σενάρια, αλλά όχι ανέφικτα στο μυαλό κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών που ακόμη και μετά το χθεσινό μπουρλότο του ΔΝΤ, διατηρούσαν ελπίδες ότι μπορεί ακόμη να επιτευχθεί ένας έστω και επώδυνος συμβιβασμός τον οποίο είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει η κυβέρνηση.

Ειδικά το δεύτερο -η μη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα- συνεπάγεται πλέον την ολοκληρωτική απόσυρση του Ταμείου από τα ευρωπαϊκά δρώμενα και την επιστροφή πίσω στη βάση του στην Ουάσιγκτον στο πλαίσιο της αλλαγής στρατηγικής που συντελείται μετά την εκλογή Trump στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτή είναι η βολική πλευρά. Είναι, όμως, προφανές πως αν υπερισχύσει το ΔΝΤ, οι επιλογές της κυβέρνησης Τσίπρα για να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων έχουν εξαφανιστεί από το τραπέζι και η ίδια δεν μπορεί να σηκώσει το φορτίο ενός τόσο σκληρού πακέτου μέτρων που έχει κοστολογήσει σε περίπου 4,5 έως 5 δισ. ευρώ για το 2019-2020.  Θυμίζουμε ότι την περασμένη φορά που το ΔΝΤ μίλησε για υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες και αφορολόγητο όριο, θεσμοθετήθηκε η ασφαλιστική μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου, ο κόφτης δαπανών και ένα βουνό νέων φορολογικών υποχρεώσεων.

Το πιθανότερο σενάριο είναι πλέον αυτό της «ρήξης» και της δρομολόγησης πολιτικών εξελίξεων για τις οποίες τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Οικονομικών έχουν ήδη προϊδεάσει επαρκώς, παρότι φέρονται διατεθειμένοι να μην παραδώσουν στους «προθύμους» την εξουσία και να επιχειρήσουν μέχρι τελευταίας ώρας έναν συμβιβασμό.

Η τελευταία ευκαιρία που έχει πλέον Αλέξης Τσίπρας είναι να παίξει όλα τα χαρτιά του στην πολιτική διαπραγμάτευση με τη γερμανίδα Καγκελάριο Angela Merkel την ερχόμενη Παρασκευή, ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να αλλάξει κάποια από τα δεδομένα. Η συγκεκριμένη συνάντηση θεωρείται καθοριστικής σημασίας τόσο για τις αποφάσεις που θα ληφθούν αναφορικά με τη νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης όσο και για τις αποφάσεις που θα λάβει ο Έλληνας πρωθυπουργός για το αν η χώρα θα οδεύσει σε εκλογές ή σε 4ο μνημόνιο μέχρι τον Μάρτιο.

Αν έγινε κάτι ξεκάθαρο μετά την πολύ αναλυτική  παρέμβαση των δύο κορυφαίων στελεχών του ΔΝΤ που φέρονται σε αυτή τη νέα φάση να υποκαθιστούν την Christine Lagarde λόγω των περιπετειών της με τη δικαιοσύνη, είναι πως είτε τώρα, είτε σε σύντομο χρόνο, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με επώδυνες αποφάσεις για την οικονομία της.

Ανεξάρτητα αν συμφωνήσει σε πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% ή 3,5% η χώρα μας θα κληθεί να υλοποιήσει ένα προς ένα τα μέτρα και τις διαρθρωτικές αλλαγές που εισηγούνται οι τεχνοκράτες του Ταμείου και να περικόψει τις συντάξεις και τα αφορολόγητα όρια ώστε να αποκτήσει «βιώσιμη» οικονομία.

Η «βιωσιμότητα» του χρέους είναι ένα μεγάλο ερώτημα που, κατά το ΔΝΤ, δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο αν οι ευρωπαίοι πιστωτές της Ελλάδας προχωρήσουν σε κάθε περίπτωση σε μεγάλη απομείωσή του.
Προσφυγή στις κάλπες δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση «λύτρωση» της οικονομίας από τα δεινά της. Αντίθετα. Όποια κι αν είναι η επόμενη κυβέρνηση, θα βρεθεί αντιμέτωπη με τα ίδια υφεσιακά μέτρα και το ίδιο πάνω κάτω περιεχόμενο ενός 4ου μνημονίου.

Αυτό καθιστά αναγκαία την επίτευξη μιας ελάχιστης δυνατής συναίνεση μεταξύ της αυριανής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης ώστε να διασφαλιστούν οι μίνιμουμ προϋποθέσεις ότι δεν θα συνεχίσουν να πετούν πέτρες ο ένας στον άλλον.