Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΔΕΝ επιστρέφουμε στην Αθήνα εάν δεν δώσει το o.k. o Tραμπ!


 Έχω την αίσθηση πως αν δεν ήταν το ΔΝΤ θα είχαμε προ πολλού καταλήξει σε συμφωνία με τους ευρωπαίους εταίρους μας», 
εκτιμά ο κ. Κατρούγκαλος από γερμανικού εδάφους ευρισκόμενος αδειάζοντας το Ταμείο.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών στην Deutsche Welle (μεταδίδει ο Παναγιώτης Κουπαράνης)  επικεντρώθηκε κυρίως στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς αλλά και στα επίκαιρα προβλήματα στο προσφυγικό. Αναφορικά με τη στασιμότητα που παρατηρείται στις διαπραγματεύσεις, ο κ. Κατρούγκαλος διευκρινίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι «καθόλου ευτυχής» με αυτή την κατάσταση. Προπαντός επειδή ανταποκρίθηκε «πλήρως» στις δεσμεύσεις της. Ως υπεύθυνους για αυτή την στασιμότητα κατονομάζει «ακραίους πολιτικούς κύκλους στην Ευρώπη» στους οποίους «δεν είναι αρεστή μια αριστερή διακυβέρνηση» όπως επίσης και το ΔΝΤ.
«Έχω την αίσθηση πως αν δεν ήταν το ΔΝΤ θα είχαμε προ πολλού καταλήξει σε συμφωνία με τους ευρωπαίους εταίρους μας», εκτιμά ο κ. Κατρούγκαλος. Το «ιδανικό» θα ήταν τα ζητήματα τους να τα χειρίζονται οι ίδιοι Ευρωπαίοι. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης θα έπρεπε να μετεξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο. Παρ΄όλα αυτά η Ελλάδα δεν ζητά την άμεση αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα. Αναγνωρίζει ότι σε αυτή την περίπτωση μια σειρά από χώρες θα είχαν «πολιτικό πρόβλημα.» Η γερμανική βουλή για παράδειγμα υπερψήφισε τα ελληνικά δάνεια με την προϋπόθεση ότι στο πρόγραμμα θα συμμετέχει και το ΔΝΤ. Η αποχώρηση του θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις.
Αυτό όμως που ζητά η Ελλάδα από το ΔΝΤ, είναι σύμφωνα με τον κ. Κατρούγκαλο, τα όποια αιτήματα του να είναι «εντός του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και της ευρωπαϊκής νομιμότητας». Μήλον της έριδος είναι το εργασιακό. Το ΔΝΤ αντιτίθεται στο ελληνικό αίτημα, η χώρα να επιστρέψει στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα», δηλαδή να υπάρχει η δυνατότητα του κοινωνικού διαλόγου και να ισχύουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις όπως παντού στα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, υποστηρίζει ο κ. Κατρούγκαλος. Παράλληλα, δέχεται όμως ότι υπάρχει ένα σημείο όπου «το ΔΝΤ έχει δίκαιο και αντιμετωπίζει αγκυλώσεις από την πλευρά ορισμένων Ευρωπαίων – δυστυχώς κυρίως από τη γερμανική πλευρά: η ανάγκη ρύθμισης του χρέους όπου προφανώς θα πρέπει να ληφθούν πιο γενναία μέτρα. Δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν αυτά τα τεράστια πλεονάσματα του 3,5% για πολλά χρόνια όπως φαίνεται να ζητούν ορισμένοι Ευρωπαίοι.» Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα αλλά για κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Στο μεταξύ άγνωστο παραμένει ακόμα το πότε θα επιστρέψουν οι εκπρόσωποι των θεσμών στην Αθήνα, ώστε να συνεχιστεί η διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση, δήλωσε ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Τζέρι Ράις.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον, ο κ. Ράις, σημείωσε ότι αυτή τη στιγμή και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει «επείγουσες χρηματοδοτικές ανάγκες» και συνεπώς υπάρχουν χρονικά περιθώρια. Τι σημαίνει αυτή η τοποθέτηση του κ. Ράις; Πως αν δεν δώσει το o.k, o Tραμπ δεν θα κουνηθεί ρούπι το ΔΝΤ. Ολα λοιπόν στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς εξαρτώνται από τον νέο πλανητάρχη!
Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του κ. Ράις, η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία στις διαπραγματεύσεις θα έλθει σε λίγες εβδομάδες, όταν το ΔΝΤ θα εκδώσει την επικαιροποιημένη έκθεσή του για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, μέτωπο στο οποίο έχει έντονες διαφωνίες με τους εταίρους καθώς έχει ζητήσει βαθιά ελάφρυνση ώστε να προσφέρει νέα δάνεια στη χώρα μας.
Πάντως, παρά τις «τρικυμίες» ανάμεσα στο ΔΝΤ και τους εταίρους, ο κ. Ράις κατέστησε σαφές πως ακόμα είναι δυνατή η χρηματοδοτική συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Όπως είπε, το ΔΝΤ συνεργάζεται συνεχώς και πλήρως τόσο με την Αθήνα, που έχει άλλωστε αιτηθεί τη βοήθειά του, όσο και με τους εταίρους.
Πέραν του χρέους, το δεύτερο «αγκάθι» για τη συμμετοχή του ΔΝΤ είναι οι δημοσιονομικοί στόχοι για μετά τη λήξη του Μνημονίου, το 2018.
Σε αυτό το μέτωπο, ο κ. Ράις επανέλαβε την πάγια θέση του Ταμείου, δηλαδή ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα θα πρέπει να «ψαλιδιστεί» από το 3,5% σε περίπου 1,5%. Τόνισε πως με αυτό το σενάριο η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί περαιτέρω μέτρα λιτότητας. Ωστόσο, προσέθεσε, εάν διατηρηθεί η ελληνο-ευρωπαϊκή συμφωνία για 3,5% τότε θα χρειαστούν επιπλέον μέτρα για να διασφαλιστεί η επίτευξή του.